Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Η αναρχία στην καπιταλιστική παραγωγή και οι καπιταλιστικές κρίσεις...

Η κοινωνική παραγωγή διαρθρωμένη σε πολλές ξεχωριστές επιχειρήσεις, ιδιοκτησίας διαφορετικών καπιταλιστών, σημαίνει ότι αυτοί οι καπιταλιστές παράγουν καθένας για 
τον εαυτό του, με τάση την όσο το δυνατό μεγαλύτερη παραγωγή, για να αποκομίσουν περισσότερα κέρδη. Έτσι όμως η παραγωγή γίνεται άναρχη, αφού κίνητρο, νόμος είναι 
το κέρδος. Εδώ πράγματι οι καπιταλιστές παράγουν σε μια αγορά προσδοκώντας να πουληθούν τα εμπορεύματά τους, αλλά παράγοντάς τα δε σημαίνει ότι μπορούν συνεχώς 
να πουλιούνται. Ότι η κοινωνία συνεχώς θα μπορεί να απορροφά ολόκληρη τη συνεχώς αυξανόμενη παραγωγή.
Από τη στιγμή που δεν μπορούν να πουληθούν τα εμπορεύματα, αρχίζουν να εμφανίζον-
ται τα σημάδια της κρίσης. Και αυτό γιατί στην καπιταλιστική παραγωγή δεν μπορεί να υπάρξει αντιστοιχία στην κοινωνική παραγωγή και στη δυνατότητα πραγματοποίησης 
όλης της παραγωγής, αφού οι καπιταλιστές δεν παράγουν για την κάλυψη των αναγκών 
της κοινωνίας, αλλά για το κέρδος, ελπίζοντας πως όσο περισσότερα εμπορεύματα παρά-γουν, και πιστεύοντας ότι όλα θα μπορούν συνεχώς να τα πουλούν, τόσο μεγαλύτερα κέρ-
δη θα αποκομίσουν. Η μη πραγματοποίηση των εμπορευμάτων στην αγορά, οδηγεί και 
στη διακοπή της διευρυμένης αναπαραγωγής. Γιατί αν η αγορά κορεστεί, αν μένουν συνεχώς απούλητα εμπορεύματα, τότε γιατί να παράγουν;
Οι διαφορετικοί καπιταλιστές ή και ομάδες καπιταλιστών, που παράγουν με κίνητρο το κέρδος, επιδιώκουν να αυξάνουν συνεχώς την παραγωγή τους, ακριβώς γι' αυτό το σκοπό, την αύξηση των κερδών τους. Παράγουν όμως ανεξάρτητα ή σχεδόν ανεξάρτητα ο ένας 
από τον άλλο και όλοι μαζί παράγουν για να πουλήσουν τα εμπορεύματα στην αγορά. 
Και λέμε ανεξάρτητα, ή σχεδόν ανεξάρτητα, γιατί ακόμη και οι επιχειρήσεις που με βάση τον καταμερισμό εργασίας αναπτύσσουν τις πιο στενές σχέσεις μεταξύ τους, που μπορεί 
να έχουν συνάψει συμφωνίες από τις οποίες μπορεί να καθορίζεται ο όγκος της παραγω-
γής τους, διεκδικούν μεγαλύτερο κομμάτι στην αγορά και επιδιώκουν να αυξάνουν τον 
όγκο της παραγωγής τους. Μια επιχείρηση π.χ. που παράγει πρώτες ύλες για ένα ή διά-
φορα προϊόντα, ακόμη και όταν συνάπτει συμφωνίες με άλλες επιχειρήσεις που παράγουν αυτά τα προϊόντα, για να διαθέσει όλη την παραγωγή της, επιδιώκει να την αυξάνει και προσδοκά να βρει νέους αγοραστές. Αυτό όμως θα το λύσει η αγορά. Δεν το γνωρίζουν οι καπιταλιστές εκ των προτέρων. Παράγουν και ψάχνουν για να διαθέσουν την παραγωγή τους. Δεν μπορεί επομένως να υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στην παραγωγή τής κάθε καπιταλιστικής επιχείρησης με τις ανάγκες της κοινωνικής παραγωγής. Η κοινωνική παραγωγή αναπτύσσεται άναρχα.
Η αναρχία στην παραγωγή επεκτείνεται σε όλες τις οικονομικές αναλογίες (και μεταξύ διαφόρων επιχειρήσεων και κλάδων, και μεταξύ διαφορετικών τομέων της οικονομίας), υπάρχει και στις αναλογίες ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση. 
Άρα η αναρχία στην παραγωγή, δημιουργεί και δυσαναλογίες, δημιουργεί ανισομέρεια 
στην ανάπτυξη της παραγωγής, αλλά και ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση. Έτσι, π.χ. η παραγωγή σε μια επιχείρηση που κατασκευάζει κινητήρες για αυτοκίνητα, μπορεί να είναι μεγαλύτερη από τις ανάγκες της επιχείρησης που τα συναρμολογεί σε 
μια δοσμένη φάση εξέλιξης της καπιταλιστικής οικονομίας. Το ίδιο μπορεί να ισχύει και 
σε μια επιχείρηση για την παραγωγή μεταλλεύματος ως πρώτης ύλης και στις ανάγκες 
των επιχειρήσεων παραγωγής τελικών προϊόντων που στηρίζονται στο συγκεκριμένο μετάλλευμα. Μπορεί, επίσης, ένας ολόκληρος κλάδος, π.χ. παραγωγής τυπογραφικών μηχανών, να έχει όγκο παραγωγής μεγαλύτερο απ' αυτόν που απαιτούν οι ανάγκες των εκτυπωτικών επιχειρήσεων.
Ας το δούμε με ένα παράδειγμα. Η κρίση όταν ξέσπασε στις ΗΠΑ, ξέσπασε στον τομέα κατασκευής κατοικιών. Δηλαδή κατασκευάζονταν συνεχώς κατοικίες, από μονοπώλια 
του κλάδου, δημιούργησαν και προγράμματα με τράπεζες και δάνεια για να αγοραστούν από τα λαϊκά στρώματα, αλλά τα δάνεια δεν μπορούσαν να αποπληρωθούν αφενός, επομένως ξεσπιτώθηκε ο κόσμος που χρωστούσε, αλλά και η τράπεζα έχασε το ρευστό χρήμα. Από την άλλη όμως, όσοι αγόρασαν έμειναν άστεγοι, τους ξεσπίτωσαν, ενώ ταυτόχρονα έμεναν και απούλητα σπίτια, γιατί δεν μπορούσαν να αγοραστούν. 
Εδώ έχουμε το εξής φαινόμενο. Από τη μια υπερπαραγωγή σπιτιών, που μένουν ακα-τοίκητα, και από την άλλη πληθώρα αστέγων από αδυναμία να αγοράσουν. Έτσι στα-
μάτησε η οικοδόμηση κατοικιών.
Το σταμάτημα της οικοδόμησης κατοικιών, φέρνει μείωση της παραγωγής στις επιχει-
ρήσεις τσιμέντου, σιδήρου, άλλων οικοδομικών υλικών, της βιομηχανίας ξύλου, των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, άρα και μείωση της παραγωγής ηλεκτρολογικού υλικού (καλώδια χαλκού, πλαστικό περίβλημά του, υλικά φωτισμού, σωληνώσεις κλπ). 
Η μείωση της παραγωγής σε όλους τους βιομηχανικούς κλάδους που σχετίζονται άμεσα 
με την οικοδομή κατοικιών, σημαίνει απολύσεις, μείωση ωραρίων ημερών δουλειάς στη βδομάδα, αφού μειώνεται η παραγωγή, με ταυτόχρονη μείωση μισθών κλπ.
Αντίστοιχα συμβαίνει και με κλάδους παραγωγής άλλων καταναλωτικών εμπορευμά-
των. Η αδυναμία κατανάλωσης από τα πλατιά λαϊκά στρώματα, σε είδη πλατιάς κατα-νάλωσης αντικειμενικά θα φέρει μείωση ή και διακοπή παραγωγής.
Το ίδιο ισχύει και στις ισχυρές καπιταλιστικές χώρες με τον ντόρο που γίνεται για την ανάγκη ενίσχυσης των αυτοκινητοβιομηχανιών. Υπάρχει τέτοια υπερπαραγωγή που 
μένουν απούλητα αυτοκίνητα. Δεν μπορεί να τα καταναλώσει - αγοράσει η κοινωνία.

*Απόσπασμα από το άρθρο "Για τις οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού", το οποίο
δημοσιεύθηκε στο Ριζοσπάστη στις 26 Απρίλη 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου